Φόρμα επικοινωνίας

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *

Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

H Βυζαντινή Βασιλική Κοιμήσεως Θεοτόκου Ν. Φιγαλείας




Το μοναστήρι της Ζούρτσας, Βασιλική Κοιμήσεως Θεοτόκου Ν. Φιγαλείας, βρίσκεται σε απόσταση 1 χλμ. ανατολικά του σημερινού χωριού της Ν. Φιγαλείας σε μια τοποθεσία σχετικά απομονωμένη.
Ο ναός ανήκει στην κατηγορία  των σταυρεπιστέγων. Όλη η περιοχή μνημονεύεται στα χρονικά του Δεσποτάτου ότι είχε παραχωρηθεί στο Μοναστήρι του Βροντοχίου στο Μυστρά, με ένα χρυσόβουλο του Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου αμέσως μετά τη νίκη του κατά των Φράγκων το 1321. 


Ο υστεροβυζαντινός ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται στο κοιμητήριο του χωριού  Άνω Φιγαλεία  στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Φιγαλείας.    

 Χαρακτηριστικό στοιχείο που αποδεικνύει την παλαιότητα της μονής είναι η αβακωτή διακόσμηση. Πιθανά να ανήκε κάποτε σε κάποιο μοναστήρι αλλά αυτό δεν έχει αποδειχθεί. Ο ναός βρίσκεται σε μέτρια κατάσταση σύμφωνα με τους αρχαιολόγους-μελετητές και δεν έχει διατηρηθεί παρά το μισό ίσως από το αρχικό κτίσμα. Η αρχική τρίκλιτη με πεσσοστοιχίες βασιλική έχει σήμερα περιοριστεί στα δυο κλίτη με ένα νάρθηκα.
Ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος της μεσαίας από τις τρεις αψίδες παρουσιάζει ενδιαφέρον. Οι τρεις κόγχες του ιερού έχουν μεγάλες διαστάσεις (εσωτ. διάμετρος 3,24μ. και 1,64μ. αντιστοίχως) και μια κανονική διάταξη. Ο χώρος του ιερού προσδιορίζεται από τη μικρή υπερύψωσή του και από το ξύλινο εικονοστάσι ενώ είναι φανερό ότι η πλακόστρωση του δαπέδου έχει ανανεωθεί πρόσφατα. Τοιχογραφίες δεν διακρίνονται πουθενά μέσα στο ναό. Πιθανά να έχουν σκεπαστεί με τα κακοδιατηρημένα λευκά επιχρίσματα που καλύπτουν τους τοίχους.

 Η τοιχοποιία του αρχικού κτίσματος είναι επιμελημένη, έχει γίνει εξωτερικά με ακατέργαστους λίθους ή πολύ λίγους πελεκημένους και άφθονο κονίαμα που δεν επιτρέπει να φαίνονται καθαρά οι αρμοί. Πλίνθοι ανακατεύονται συχνά με τις πέτρες πάντοτε οριζοντίως. Αντίθετα, η τοιχοποιία των μεταγενέστερων τμημάτων δεν έχει πλίνθους κι οι πέτρες είναι πιο μικρές. Η κόγχη του ιερού διατηρείται σε καλή κατάσταση, είναι διευθετημένη με ιδιαίτερη φροντίδα και δεσπόζει σε αυτή το μεγάλο τρίβολο παράθυρο. Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί η χρονολογία κτίσης του μοναστηριού. Από τυπολογικής και μορφολογικής άποψης, ο ναός διατηρεί πλήθος από στοιχεία της πρώιμης εποχής, κοινά σε μνημεία της πρώτης χιλιετίας και ειδικότερα του 10ου αιώνα.


 Έτσι κατά πάσα πιθανότητα η κατασκευή του τοποθετείται στο τελευταίο τέταρτο του +10ου αιώνος σύμφωνα με μελέτη του καθηγητή της Αρχαιολογίας Χ. Μπούρα που δημοσιεύτηκε το 1971 στα Cahiers Archeologigues.
Οι θόλοι έχουν καταρρεύσει και οι τοίχοι είναι σε μεγάλο βαθμό ανακατασκευασμένοι. Σήμερα καλύπτεται με δίρρυτη στέγη που ακολουθεί την κλίση που είχε η στέγη του εγκάρσιου θόλου. Κοσμείται με μεταβυζαντινές τοιχογραφίες, ενώ, σε πρόσφατες έρευνες που διενεργήσαμε εντοπίστηκαν υπολείμματα και δεύτερου, παλαιότερου, στρώματος.

Η έκταση που καταλαμβάνει η μεταβυζαντινή τοιχογράφηση υποδεικνύει ότι η μονή έχει υποστεί και άλλες μετατροπές πριν φθάσει στην σημερινή του μορφή. Ο ναός διαθέτει τοιχογραφημένο κτιστό τέμπλο. Ο ναός έχει οικοδομηθεί στην θέση αρχαίου κτίσματος, πιθανόν ναού, ενώ δεν θα πρέπει να αποκλειστεί και η πιθανότητα να έχει διαδεχθεί παλαιότερη εκκλησία. Το δάπεδο του μνημείου ανήκει σε πρωιμότερη φάση ενώ στους τοίχους είναι εντοιχισμένοι όρθιοι κορμοί κιόνων.







 Το Χρυσόβουλο του Μυστρά, με το οποίο ο Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος παρεχώρησε το 1321 στο Μοναστήρι του Βροντουχίου του Μυστρά:
"...το μετόχιον της Υπεραγίας Θεοτόκου της Βόγαλις μετά των προσόντων αυτή παροίκων και κτημάτων, όσα και οία ησίν, ήγουν αμπέλια, χωράφια, ελαίαι, σύκα, μυλώνος και ετέρων οπωροφόρων δένδρων. Ομοίως κεκτήσθαι και τα χωρία την Ζούρτζαν και την Μουνδράν μετά τοις ειρημένης περιοχής αυτών ..."



Η πιο ιστορική βρύση της Ζούρτσας και μία από τις ιστορικότερες όλης της Πελοποννήσου, 
η κρήνη "Καμάρι" στην είσοδο του μοναστηριού που χρονολογείται από την εποχή της Τουρκοκρατίας

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Ανήλιο Τριφυλία: Ο Φραγκοβυζαντινός ναός της Θεοτόκου, 13ος αιώνας


 Τό Ανήλιο, άλλοτε Γκλάτσα, βρίσκεται στην επαρχία 'Ολυμπίας του νομού 'Ηλείας, 5 χλμ. περίπου ανατολικά από τήν εθνική οδό, μετά τά χωριά Ζαχάρω καί Κακόβατος. Ή εκκλησία τής Παναγίας, προσιτή σήμερα από αγροτικό χωματόδρομο, υψώνεται σέ θέση κάπως απόμερη, 1 χλμ. περίπου στά νοτιοανατολικά τού οικισμού.
 Γιά τήν Πελοπόννησο, άπό πλευράς ιστορίας τής αρχιτεκτονικής, ό 13ος αιώνας είναι μιά εποχή πού θά μπορούσε ίσως νά χαρακτηριστεί ώς μεταβατική, μεταξύ τής Μεσοβυζαντινής καί τής Παλαιολογείου. Μετά τόν διαμελισμό τής αυτοκρατορίας άπό τους Σταυροφόρους, στην επικράτεια τού φραγκικού πριγκιπάτου τής Αχαϊας θά διαπιστωθεί μιά διπλή αρχιτεκτονική δραστηριότητα με τήν ανέγερση αφενός μερικών μεγάλων, καθαρά γοτθικών μνημείων από τό επικυρίαρχο φραγκικό στοιχείο καί αφετέρου μικρών ορθόδοξων εκκλησιών πού συνεχίζουν τήν ντόπια παράδοση καί επηρεάζονται κατά περίπτωση από τήν ξένη.
 Στή δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει ή εκκλησία τής Θεοτόκου, ή μελέτη τής οποίας ακολουθεί. Είναι ενα μνημείο πού, αν καί μικρό, έγινε μέ κάποιες προθέσεις καί ενώ διατήρησε σέ πολλά τήν τοπική παράδοση, έχει στοιχεία πού μαρτυρούν τίς νέες ιδέες τής εποχής. Η σημασία της, λοιπόν, γιά τήν έρευνα τών προβλημάτων τής ναοδομίας στην Πελοπόννησο κατά τή φραγκοκρατία, δέν είναι μικρή.



1
 Τά ιστορικά των χρόνων τής φραγκοκρατίας στην κάτω Ελλάδα είναι αρκετά γνωστά χάρη στην επιστημονική έρευνα πού βασίζεται στά κείμενα τής εποχής. Δέν διαπιστώνεται όμως τό ίδιο προκειμένου γιά τήν τέχνη καί μάλιστα τήν αρχιτεκτονική τής ίδιας περιόδου. Τούτο γιατί τά μνημεία πού σώθηκαν δέν συσχετίζονται άμεσα μέ τίς γραπτές πηγές, δύσκολα τοποθετούνται χρονολογικά καί κατά συνέπεια δύσκολα ερμηνεύονται.
'Υπάρχει ή γενική άποψη ότι κάτω άπό συνθήκες δουλείας, όπως τότε, ή πολιτιστική δραστηριότητα του ντόπιου Ελληνικού στοιχείου περιορίστηκε. Τά πράγματα όμως δέν φαίνεται νά είναι τόσο άπλα. Πρίν άπό τήν κατάκτηση, τό 1205 γιά τήν Ελλάδα, είχαν προηγηθεί δύο τουλάχιστον αιώνες σχετικής ευημερίας, ακμής καί δημογραφικής ανόδου, πού παρά τίς νορμανδικές επιδρομές καί τίς οικονομικές δυσκολίες τής τελευταίας περιόδου κρατούσαν τή γενική πολιτιστική στάθμη αρκετά ψηλά. Κάτι πού έρχεται νά διαψεύσει τήν άποψη γιά περιορισμένη δραστηριότητα κατά τή φραγκοκρατία είναι λ.χ. ό μεγάλος αριθμός τοιχογραφημένων συνόλων πού σώθηκαν άπό τόν 13ο αιώνα. Πράγματι, σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες τά σύνολα μνημειακής ζωγραφικής στην Ελλάδα ανέρχονται κατά τόν 13ο αιώνα σέ 339 έναντι 47 τού 11ου καί 79 τού 12ου αιώνα αντίστοιχα. Κάθε άλλο παρά μείωση τής δραστηριότητας διαπιστώνεται λοιπόν, γιά τή ζωγραφική τουλάχιστον, κατά τά χρόνια τής φραγκοκρατίας.
 Γιά τήν αρχιτεκτονική δέν φαίνεται γιά τήν ώρα εύκολο νά γίνει μιά ανάλογη μέτρηση καί οπωσδήποτε είναι τελείως απίθανο νά υπάρξουν παρόμοια αποτελέσματα. Ή ναοδομία «παράγεται» κάτω άπό διαφορετικές οικονομικές καί κοινωνικές προϋποθέσεις. Ένώ δηλαδή ή ζωγραφική κατά τή 13η εκατονταετία γινόταν μέ μικρά έξοδα άπό ντόπιους καλλιτέχνες καί μέ τήν πρωτοβουλία ιερωμένων, ιδιωτών ή μικρών κοινοτήτων, ή αρχιτεκτονική (μέ κάποιες προθέσεις) απαιτούσε πολύ μεγαλύτερες δαπάνες.
 Είναι χαρακτηριστικό ότι σέ άλλες, μή φραγκοκρατούμενες περιοχές, πού μιά τοπική αυλή προσπαθούσε νά διατηρήσει τό βυζαντινό όνομα καί τό πολιτιστικό γόητρο της αυτοκρατορίας, στην Ήπειρο, τή Σερβία, τήν επικράτεια τών Λασκαριδών ή τόν μακρινό Πόντο, κτίζονταν τήν ίδια εποχή σπουδαίες, μεγάλες καί δαπανηρές εκκλησίες, κάτι πού δέν παρατηρείται εδώ.
 Γιά τήν Πελοπόννησο, άπό πλευράς ιστορίας τής αρχιτεκτονικής, ό 13ος αιώνας είναι μιά εποχή πού θά μπορούσε ίσως νά χαρακτηριστεί ώς μεταβατική, μεταξύ τής Μεσοβυζαντινής καί τής Παλαιολογείου. Μετά τόν διαμελισμό τής αυτοκρατορίας άπό τους Σταυροφόρους, στην επικράτεια τού φραγκικού πριγκιπάτου τής Αχαίας θά διαπιστωθεί μιά διπλή αρχιτεκτονική δραστηριότητα με τήν ανέγερση αφενός μερικών μεγάλων, καθαρά γοτθικών μνημείων από τό επικυρίαρχο φραγκικό στοιχείο καί αφετέρου μικρών ορθόδοξων εκκλησιών πού συνεχίζουν τήν ντόπια παράδοση καί επηρεάζονται κατά περίπτωση από τήν ξένη.
 Στή δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει ή εκκλησία τής Θεοτόκου, ή μελέτη τής οποίας ακολουθεί. Είναι ενα μνημείο πού, αν καί μικρό, έγινε μέ κάποιες προθέσεις καί ενώ διατήρησε σέ πολλά τήν τοπική παράδοση, έχει στοιχεία πού μαρτυρούν τίς νέες ιδέες τής εποχής. Η σημασία της, λοιπόν, γιά τήν έρευνα τών προβλημάτων τής ναοδομίας στην Πελοπόννησο κατά τή φραγκοκρατία, δέν είναι μικρή.

2
Είκ. 1. Θεοτόκος 'Ανήλιου.
Ή ΝΔ γωνία του κυρίως ναού.
Φωτογραφία του Γερμανικού
'Αρχαιολ. 'Ινστιτούτου (TRI. 136).
 Τό Ανήλιο, άλλοτε Γκλάτσα, βρίσκεται στην επαρχία 'Ολυμπίας του νομού 'Ηλείας, 5 χλμ. περίπου ανατολικά από τήν εθνική οδό, μετά τά χωριά Ζαχάρω καί Κακόβατος. Ή εκκλησία τής Παναγίας, προσιτή σήμερα άπό αγροτικό χωματόδρομο, υψώνεται σέ θέση κάπως απόμερη, 1 χλμ. περίπου στά νοτιοανατολικά τού οικισμού. Ας σημειωθεί οτι τό χωριό αναφέρεται ήδη άπό τόν 14ο αιώνα καί ότι σχετίζεται μέ τήν παρουσία τών Φράγκων στην περιοχή.
 Ή ερειπωμένη σήμερα εκκλησία είναι τοπικά γνωστή ώς Παναγία καί πιστεύεται οτι ήταν άλλοτε καθολικό μοναστηριού ή μάλλον εκκλησία μετοχίου καί μάλιστα της μονής της Θεοτόκου των Πάντων Χαράς, των Στροφάδων. Ή απομονωμένη θέση, κοντά σέ πηγή νερού, κάνει πολύ πιθανή τήν ανέγερση του μνημείου αρχικά ώς καθολικού.
 Ή Θεοτόκος τού 'Ανήλιου είναι σχεδόν άγνωστη στην επιστήμη. Μία φωτογραφία τού εσωτερικού της (Είκ. 1), χωρίς σχόλια, δημοσιεύθηκε πρό πολλών ετών άπό τόν Struck, ό καθηγητής Π. Βοκοτόπουλος απαρίθμησε τόν ναό στίς μετά τό 1204 βασιλικές τής Πελοποννήσου καί πρόσφατα ό Γ. Βελένης αναφέρθηκε σέ οικοδομικές του λεπτομέρειες δημοσιεύοντας δύο ακόμαφωτογραφίες.
 Πέρα άπό αυτά, οί μόνες πληροφορίες γιά τό μνημείο προέρχονται ώς τώρα άπό παλιές φωτογραφίες, εξι τής φωτοθήκης τού Γερμανικού 'Αρχαιολογικού 'Ινστιτούτου καί δύο τής συλλογής G. Millet. Πρόκειται γιά πολύτιμα τεκμήρια δεδομένου ότι διασώζουν στοιχεία τού μνημείου, τά όποια σήμερα έχουν καταστραφεί ή χαθεί. Γι' αυτά θά ξαναγίνει λόγος.
 Γραπτές πληροφορίες γιά τήν εκκλησία τής Θεοτόκου δέν μάς είναι γνωστές. Οί περιηγητές τού περασμένου αιώνα δέν σημείωσαν κάν τό μνημείο, πού ήταν μακριά άπό κλασικές αρχαιότητες καί εξω άπό τους δρόμους πού συνήθως ακολουθούσαν.
 Δυστυχώς ή εκκλησία τού 'Ανήλιου δέν είναι απλώς ερειπωμένη, άλλα καί καταδικασμένη νά καταστραφεί. Ή πλήρης εγκατάλειψη καί οί ευνοϊκές φυσικές συνθήκες τού περιβάλλοντος επέτρεψαν τή διάλυση τού κτιρίου άπό τή βλάστηση. Πλήθος άπό δέντρα έχουν φυτρώσει άπό παλιά πάνω στους ερειπωμένους τοίχους, έτσι ώστε νά τους χωρίσουν σέ κομμάτια καί ενίοτε νά τους μετακινήσουν άπό τή θέση τους. 'Αποτέλεσμα αυτού είναι καί ή ατέλεια των μετρήσεων, βάσει των οποίων έγιναν τά σχέδια τοϋ παρόντος άρθρου.

3
 Εύκολα διαπιστώνεται ότι ή εκκλησία πού εξετάζουμε δέν έχει, όπως συχνά συμβαίνει σέ βυζαντινά μνημεία, πολλές φάσεις κατασκευής. Μόνο μετά τήν ερείπωση της (άπό σεισμό ή φωτιά) οι χωρικοί έκτισαν άπό πωρόλιθους πρόχειρους τοίχους γιά νά συγκρατήσουν στή θέση τους τίς πλάγιες θύρες καί τό παράθυρο τής κεντρικής κόγχης τού ιερού. Είναι επίσης άγνωστο πότε απομονώθηκε τό διακονικό με τοίχο, έτσι ώστε νά δημιουργηθεί εκεί ενα πρόχειρο όστεοφυλάκιο (Είκ. 2).
 Ή εκκλησία τής Θεοτόκου εγγράφεται σέ ορθογώνιο, διαστ. 12,51x8,63 μ. Είναι δρομική μέ νάρθηκα, τριμερής ώς προς τό πλάτος σ' όλη της τήν έκταση. Τό πλάτος του 'Ιερού Βήματος, όπως καί τού μεσαίου κλίτους, είναι 2,74 μ. καί τό πλάτος τού νάρθηκα 2,63 μ. Έτσι ό κυρίως ναός μαζί μέ τό ιερό πλησιάζει σέ αναλογίες τό τετράγωνο (1:1,05).
 Σημειώθηκε ήδη ή προχωρημένη ερείπωση του ναού. Άπό τόν δυτικό τοίχο, την πρόσοψη του, δέν σώθηκαν παρά μόνο θεμέλια. Ό τοίχος μεταξύ νάρθηκα καί κυρίως ναού έχει πέσει καί εν μέρει έχει παραχωθεί από τίς πέτρες, έτσι ώστε νά μην μπορεί νά μετρηθεί τό ΰψος ούτε μιας άπό τίς τρεις τοξωτές εισόδους τού κυρίως ναού. Τό τριμερές ιερό σώζεται κάπως καλύτερα" παρέχει στοιχεία πού δίνουν τήν ολοκληρωμένη αναπαράσταση του, μέ μέγιστο ϋψος ενός άπό τους τοίχους του 4,50 μ. Ό νάρθηκας είναι οπωσδήποτε σύγχρονος μέ τόν κυρίως ναό. Ή συνέχεια τής τοιχοποιίας εξωτερικά (ικανοποιητικά διατηρημένης στή βόρεια όψη) τό αποδεικνύει. Οι παραστάδες πού σώζονται στην ανατολική του πλευρά μαρτυρούν ότι ό νάρθηκας ήταν τριμερής καί τά λείψανα τού προς βορρά τόξου καθώς καί τού βορειοανατολικού λοφίου δείχνουν πώς ήταν θολοσκεπής. "Ενα ογκώδες μάλιστα κομμάτι προερχόμενο άπό θολωτή κατασκευή κείτεται ακόμα μπροστά άπό τήν πρόσοψη στή βορειοδυτική γωνία τού κτιρίου. Οι γενικές αναλογίες τού νάρθηκα είναι 7,10x2,63 μ., δηλαδή περίπου 1:2,7.


Είκ. 2. (Αριστερά) Θεοτόκος Ανήλιου. Κάτοψη, δύο τομές κατά τό μήκος καί τομή κατά τό πλάτος τού ναού, στή σημερινή του κατάσταση. Είκ. 3. (Δεξιά) Θεοτόκος Άνηλίου. Άποψη τού εσωτερικού με θέα προς τό ιερό. Φωτογραφία του Γερμ. 'Αρχαιολογικού 'Ινστιτούτου (TRI. 134).


 Ή τριμερής διάταξη τού κυρίως ναού γίνεται αμέσως αντιληπτή άπό τά λείψανα τού τόξου (στό ανατολικό άκρο) καί τού έπικράνου τής προς τά δυτικά παραστάδας τής νότιας κιονοστοιχίας (Είκ. 3). Ή αυτοδυναμία τών τόξων, τό συνεχές μέτωπο τού τοίχου μεταξύ τού ιερού καί τού κυρίως ναού καί κυρίως ή μεγάλη διαφορά ύψους μεταξύ τών τόξων αυτών καί εκείνων τής καμάρας τού Βήματος, μαρτυρούν αμέσως ότι ό ναός δέν ήταν σταυροειδής τρουλαίος, αλλά μιά βασιλική. Στον κυρίως ναό ανοίγονται πλευρικά, σε συμμετρικές ως προς τόν άξονα θέσεις, δύο ισοδύναμες πόρτες, πού σώζονται σήμερα σέ πολύ κακή κατάσταση. Τό δάπεδο καλύπτεται άπό χώματα καί πέτρες καί οί πλάγιοι τοίχοι, μέ πολλαπλά ρήγματα, σώζονται σέ μικρό ΰψος. 'Ενδιαφέρον στοιχείο τού κυρίως ναού είναι τά δικιόνια προσκυνητάρια, πού συμμετρικά ώς προς τόν άξονα του κοσμούν τίς ανατολικές καί τίς δυτικές παραστάδες τής τοξοστοιχίας (Είκ. 4 α) καί τους πλάγιους τοίχους, αμέσως ανατολικά άπό τίς πλευρικές εισόδους. Τά εξι συνολικά αυτά προσκυνητάρια ορίζονται άπό πώρινους ήμικιονίσκους μέ μικρά γοτθικά κιονόκρανα (Είκ. 5), πού πατούν σέ λοξότμητη πώρινη βάση καί φέρουν ημικυκλικά τόξα με ημικυκλική επίσης τη διατομή. Τό προσκυνητάρι τής βορειοδυτικής παραστάδας έχει καταστραφεί καί όλα τά υπόλοιπα είναι σε πολύ κακή κατάσταση συντηρήσεως.

Είκ. 4.(αριστερά) Θεοτόκος Άνηλίου. Λεπτομέρειες σέ αναπαράσταση: α. Προσκυνητάρι πεσσού τού ιερού σέ κάτοψη καί τομή. β. Ένας από τους κίονες, γ. Τό υπέρθυρο σέ όψη καί τομή. δ. Ό πώρινος κοσμήτης τού ιερού σέ όψη καί τομή. ε. Τό βάθρο τού κίονος σέ τομή. Είκ. 5.(δεξιά) Θεοτόκος 'Ανήλιου. Δύο κιονόκρανα τού ενός από τά προσκυνητάρια του κυρίως ναού.

 'Ορισμένα κατακείμενα στον κυρίως ναό αρχιτεκτονικά μέλη είναι εξαιρετικά πολύτιμα γιά τήν αναπαράσταση τοϋ ναοϋ. Σώθηκαν καί τά τρία μέρη τοϋ ενός άπό τους δύο κίονες καί μάλιστα σέ άριστη κατάσταση. Ή βάση, συμφυής μέ βάθρο, διαστ. 36x36x35 εκ., άπό γκρίζο μάρμαρο (Είκ. 4 β, ε, καί 6) καί μέ διατηρημένο ακόμα τόν σιδερένιο γόμφο στή θέση του, είναι παλαιοχριστιανικό μέλος σέ δεύτερη χρήση25, όπως άλλωστε καί ό κορμός ό όποιος έχει συνολικό ϋψος 2,39 μ., αισθητή μείωση καί κάτω διάμετρο 34 περίπου εκ. Καί ό κορμός είναι άπό γκρίζο μάρμαρο. Τό κιονόκρανο είναι τεκτονικό, έχει μικρό ΰψος (15,3 εκ.) καί διαστάσεις τοϋ άβακα 43x43x2,5 έκ. (Είκ. 7). 'Αδέξια σκαλισμένα φύλλα διακοσμούν τήν επιφάνεια του κατά τίς διαγώνιους καί μικροί σταυροί κατά τους άξονες.
 Τέλος, κοντά στη βόρεια είσοδο σώθηκαν τρία κομμάτια άπό τό πώρινο πλαίσιο της, διαστάσεων σε κάτοψη 25x30 εκ., πού διακοσμούνται μέ όγκηρά βεργία-ήμικιονίσκους, καθαρά γοτθικής τεχνοτροπίας. Γι' αυτά θά ξαναγίνει λόγος.
 Τό τριμερές ιερό καλυπτόταν μέ ήμικυλινδρικές καμάρες άπό λαξευτούς πωρόλιθους (Είκ. 8) καί ήταν ελαφρά υπερυψωμένο ως προς τόν κυρίως ναό. Οί κόγχες Βήματος, προθέσεως καί διακονικού, κυκλικές σέ χάραξη, καλύπτονται μέ τεταρτοσφαίρια, επίσης από λαξευτούς πωρόλιθους. "Ενα ελεύθερο πέρασμα ενώνει τό Βήμα μέ τήν πρόθεση, ενώ ή πόρτα προς τό διακονικό είναι πολύ χαμηλή καί εκ τών υστέρων κλεισμένη μέ τοίχο, πράγμα πού κάνει πιθανό οτι τό διακονικό είχε τήν αυτοτελή χρήση παρεκκλησίου. Ή ύπαρξη κογχαρίου στον βόρειο τοίχο του ενισχύει τήν υπόθεση αυτή.

Είκ. 6.(αριστερά) Θεοτόκος Ανηλίου. Ή βάση καί τό βάθρο του ενός άπό τους δύο κίονες. Είκ. 7.(μέσον) Θεοτόκος Ανηλίου. Τό κιονόκρανο του ενός από τους δύο κίονες. Είκ. 8. (δεξιά) Θεοτόκος Ανηλίου. Τό ιερό βήμα από τόν κυρίως ναό.
 Λοξότμητοι πώρινοι κοσμήτες επιστέφουν τό κυλινδρικό τμήμα τών κογχών, όπως καί τήν κτιστή 'Αγία Τράπεζα. Στην πρόθεση (Είκ. 9) διευρύνουν τό βάθος ενός πλάγιου κογχαρίου. Ή άριστη άπό λαξευτούς πωρόλιθους τοιχοποιία τής 'Αγίας Τράπεζας πιστοποιεί τήν απαρχής κατασκευή της. 'Εντυπωσιακή είναι ή εμφάνιση τής τοιχοποιίας εσωτερικώς σ' ολόκληρο τό ιερό. "Εχει γίνει άπό λαξευτά πώρινα αγκωνάρια μέ τήν παρεμβολή λίγων οριζόντιων τούβλων μικρού πάχους (Είκ. 10). Τά τόξα είναι πώρινα μέ αφανείς τους αρμούς μεταξύ τών θολιτών τους. Παντού κανείς βλέπει τήν εξαιρετική επιμέλεια τής δομής.
 Στον νότιο τοίχο τού Βήματος διακρίνονται κάποια σπαράγματα τοιχογραφιών μέ άδιάγνωστες παραστάσεις. Ή έγκοπή γιά τή στερέωση ενός θωρακίου, πάλι στον νότιο τοίχο, είναι ή μοναδική ένδειξη τού μαρμάρινου (;) τέμπλου τού ναού.
 'Από τίς εξωτερικές όψεις τού ναού τής Θεοτόκου έχουν διασωθεί κυρίως ή ανατολική καί τά προς τά ανατολικά (μετά τήν πλάγια είσοδο) τμήματα τής βόρειας καί τής νότιας (Είκ. 11).


Είκ. 9.(αριστερά) Η πρόθεση από τόν κυρίως ναό. Είκ. 10.(μέσον) Ό τοίχος μεταξύ του ιερού βήματος και της προθέσεως Είκ. 11.(δεξιά) Θεοτόκος Άνηλίου. Ή νοτιοανατολική γωνία του ναού, εξωτερικά. Φωτογραφία του Γερμ. Αρχαιολογικού 'Ινστιτούτου (TRI. 131).
 Ή τοιχοποιία έχει γίνει παντού μέ τό πλινθοπερίκλειστο σύστημα μέ διπλά τά τούβλα στους οριζόντιους αρμούς καί διπλά ή τριπλά στους κατακόρυφους. Σέ κάποιες περιπτώσεις διακρίνονται υποδοχές τών ξύλινων ικριωμάτων λαξευμένες σέ πωρόλιθους. Δέν σώθηκε δυστυχώς τό γείσο στίς δύο'πλάγιες όψεις τού ναού. Αυτές διαρθρώνονται μέ δύο οριζόντιες οδοντωτές ταινίες, πού επεκτείνονται στην ανατολική πλευρά. Οί ανώτερες περιέγραφαν άλλοτε τά τόξα τών πλάγιων θυρών καί καταλήγουν ανατολικά στίς επιστέψεις τών κογχών
τής προθέσεως καί τού διακονικού. Οί χαμηλότερες αλλάζουν δύο φορές στάθμη (παίρνοντας μιά χαρακτηριστική βαθμιδωτή μορφή) (Είκ. 12) καί καταλήγουν ανατολικά πάνω άπό τή στάθμη τού πώρινου κοσμήτη τής ποδιάς τών παραθύρων.
 Στην ανατολική όψη τού ναού δεσπόζουν οί τρεις ήμιεξαγωνικές κόγχες του ιερού. Ή άγρια βλάστηση έχει χωρίσει καθεμιά άπό τίς κόγχες σέ δύο μέρη, μποροΰν όμως νά γίνουν ακόμα παρατηρήσεις καί μετρήσεις. Παραμένει άγνωστο αν ό ναός είχε κρηπίδα στό σύνολο ή μόνο στην ανατολική πλευρά. Διασώζεται τό λοξότμητο γείσο της μεσαίας κόγχης (όμοιο του οποίου πιθανότατα υπήρχε καί στά παραβήματα), καθώς καί ό πώρινος κοσμήτης πού έτρεχε σ' ολόκληρο τό πλάτος του ναού στην ποδιά των παραθύρων. Ή διατομή του κοσμήτη είναι χαρακτηριστική ενός αίγυπτιάζοντος κοίλου στοιχείου (cavetto) πού επιστέφεται μέ όγκηρό τεταρτοκυκλικό βεργίον (Είκ. 4 δ). Ή χαμηλότερη οδοντωτή ταινία (γία τήν οποία έγινε λόγος) ακολουθεί τόν κοσμήτη, στίς θέσεις όμως των τριών παραθύρων αλλάζει στάθμη προκειμένου νά τά περιγράψει εξωτερικά.
 Τά παράθυρα τών παραβημάτων, πιθανότατα μονόλοβα, έχουν καταστραφεί. Τής μεσαίας κόγχης σώθηκαν ενδείξεις οτι ήταν δίλοβο, εξ ολοκλήρου κτισμένο με λεπτά τούβλα, μέ άνοιγμα 51 έκ. καί γένεση τών τοξυλλίων 1,24 μ. άπό τήν ποδιά του (Είκ. 13). Σήμερα ό κιονίσκος, τά τοξύλλια καί τό υπερκείμενο τύμπανο έχουν εξαφανιστεί, σώζεται ομως τό εξωτερικό τόξο πού τά περιέβαλλε.
 Τό τμήμα τής ανατολικής προσόψεως πού αντιστοιχεί στό Βήμα υπερυψώνεται σέ σχέση μέ τή στέγη τών παραβημάτων καί καταλήγει προς τά πάνω σε αέτωμα. Όπως φαίνεται στίς παλιές φωτογραφίες, ή πλινθοπερίκλειστη τοιχοποιία του εκτεινόταν καί στίς πλάγιες πλευρές της ύπερυψώσεως.
 Ή μορφή της τοιχοποιίας τοΰ ναού της Θεοτόκου παρά την κακή της κατάσταση εντυπωσιάζει μέ τήν τελειότητα της: Οί πωρόλιθοι είναι πλήρως λαξευμένοι καί όρθογωνισμένοι. Τά τούβλα έχουν μικρό πάχος, 2-2,5 έκ., καί στίς οριζόντιες στρώσεις τους τοποθετήθηκαν χωρίς εμφανείς αρμούς ή ανωμαλίες. Οί αρμοί της τοιχοποιίας είναι ίσοπαχείς καί τό ήμίλευκο κονίαμα τους ομοιόμορφα «πατητό» μέ ελαφρά κοίλη τή διατομή. Ξυλοδεσιές στους τοίχους, τίς όποιες καλύπτουν πλίνθινες στρώσεις, διακρίνονται σέ κάποια σημεία της κατασκευής. "Ας σημειωθεί ότι ό πώρινος κοσμήτης τοϋ ιερού στά πλάγια αντιστοιχεί σέ μιά στρώση τής τοιχοποιίας' ή επιφάνεια τής διατομής του είναι συμφυής μέ τήν πρώτη στή σειρά λιθόπλινθό της.

Εικ.12 (αριστερά) Λεπτομέρεια από την ΒΑ γωνία του ναού. Εικ.13 (μέσον) Το δίλοβο παράθυρο της κεντρικής κόγχης του ιερού σε αναπαράσταση. Εικ.14 (δεξιά) Μαρμάρινο υπέρθυρο.
 Στά κατακείμενα εξω άπό τήν εκκλησία μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη περιλαμβάνονται: 
α) Ένας κυματιοφόρος ορθοστάτης θύρας μέ τή χαρακτηριστική λοξότμητη απόληξη του, ΰψ. 1,95, βάθ. 0,43 καί πλ. 0,18 μ., σήμερα μπροστά στή βόρεια είσοδο, β) ένας όμοιος ορθοστάτης, απροσδιόριστου ύψους, έν μέρει θαμμένος μπροστά στή νότια είσοδο καί 
γ) ενα υπέρθυρο (;), ορθογώνιας διατομής 17,5x20 έκ., μήκ. 1,48 μ., πού διακοσμείται μέ τρεις έπιπεδόγλυφους σταυρούς (Είκ. 14 καί 4 γ). Σημειώνεται, τέλος, ότι τά δύο μαρμάρινα θραύσματα άγνωστης προελεύσεως, τά όποια φωτογραφήθηκαν εδώ στίς αρχές ϊσως τού αιώνα, δέν βρίσκονται πιά στό μνημείο. 'Επρόκειτο γιά δύο θραύσματα πού συνανήκαν, μέ τήν ανάγλυφη παράσταση καθιστού γρύπα, θέματος πολύ συνηθισμένου σέ ρωμαϊκές σαρκοφάγους τού 2ου αι. (Είκ. 15).

4
 Ή γραφική αποκατάσταση του ναού της Θεοτόκου (Είκ. 16) στηρίζεται στά στοιχεία πού παρέχει τό μνημείο σήμερα καί στις παλιές φωτογραφίες γιά τίς όποιες έγινε λόγος.
 Οι σωζόμενες παραστάδες καθορίζουν οτι ή κάλυψη του νάρθηκα γινόταν με τρεις ισοδύναμους θόλους, τους οποίους χώριζαν καί στήριζαν δύο ενδιάμεσα σφενδόνια. Τά τόξα μετώπου καί τό λοφίο πού σώθηκαν στή βορειοανατολική γωνία, σέ συνδυασμό με τίς επιμήκεις κι όχι τετράγωνες αναλογίες κάθε διαμερίσματος, καθορίζουν ότι τά δύο ακραία τμήματα τοϋ νάρθηκα καί πιθανότατα καί τό μεσαίο στεγάζονταν μέ ελλειπτικούς θόλους.
Την ακριβή μορφή των ελλειπτικών αυτών ασπίδων (;) τήν αγνοούμε, όπως άλλωστε καί τών ανοιγμάτων τού νάρθηκα, πλην όμως υπάρχει βεβαιότητα στην αναπαράσταση σε ύψος εως 4 μ. περίπου από τό έδαφος.
 Στον κυρίως ναό τό γενικό ΰψος τού κίονα, τό όποιο προκύπτει άπό τά μέλη του (h=3,10 μ.) (Είκ. 4 β), ταιριάζει αρμονικά μέ τή γένεση τού τόξου πού βρίσκεται στον ανατολικό τοίχο καί τίς εκεί υποδοχές τών ξύλινων έλκυστήρων, μέ τήν προϋπόθεση οτι σέ κάθε τοξοστοιχία υπήρχε ενα μόνο στήριγμα (Είκ. 16). Μέχρι τό ΰψος τών 4,80 μ. περίπου άπό τό δάπεδο καί μέ εξαίρεση τό ΰψος τών πλάγιων θυρών, ή αναπαράσταση είναι ασφαλής. Τό μικρό πλάτος τών τόξων πού χώριζαν τά κλίτη, τό όποιο επιβεβαιώνεται άπό τίς διαστάσεις τοϋ κιονόκρανου, τό ίδιο τό μέγεθος τών κιόνων, ή απουσία γενέσεων καμάρων στους πλάγιους τοίχους καί ή ελεύθερη επιφάνεια τοϋ τοίχου πού χωρίζει τό ιερό άπό τόν κυρίως ναό, πείθουν οτι ή βασιλική ήταν ξυλόστεγη κι όχι θολοσκεπής. Ή μορφή όμως τής στέγης καί καθετί σέ ΰψος μεγαλύτερο τών 4,80 μ. παραμένει υποθετικό: "Αν υπήρχε φωταγωγός, πώς ήταν τά παράθυρα του, σέ ποιο ΰψος έφθανε καί πώς διαμορφωνόταν εξωτερικά ή στέγη του σέ σχέση μέ εκείνες τοϋ νάρθηκα καί τού ιερού, κτλ.

Εικ.15 (αριστερά). Δύο θραύσματα αναγλύφου, αποκείμενα άλλοτε στην εκκλησία Εικ.16 (δεξιά). Κάτοψη, δύο τομές κατά μήκος και τομή κατά το πλάτος του ναού, σε αναπαράσταση


 Γιά τό ιερό υπάρχουν σχεδόν πλήρη στοιχεία αναπαραστάσεως μέ κάποια ασάφεια ως προς τό ΰψος τοϋ κιονίσκου τού δίλοβου παραθύρου, τά παράθυρα τών παραβημάτων, τή στέψη τών μικρών κογχών καί τού τοίχου κτλ. Τά προσκυνητάρια μπορούν νά αναπαρασταθούν μέ πλήρη βεβαιότητα.
 Τά λείψανα πού σώζονται στή βόρεια είσοδο τής εκκλησίας μάς δίνουν αρκετά στοιχεία γιά τήν αναπαράσταση της βάσει τής φωτογραφίας TRI.135 τού Γερμανικού Άρχαιολογικοϋ 'Ινστιτούτου (Είκ. 17). Ό μαρμάρινος ορθοστάτης πού χρησίμευε ώς άνώφλι, τό εσωτερικό άνοιγμα 1,40 μ. σέ συσχετισμό μέ τους πώρινους σύνθετους σφονδύλους τών ήμικιονίσκων καί τά ύψη τών δόμων παρέχουν αρκετά μετρητικά στοιχεία, ώστε νά σχεδιαστεί μέ βεβαιότητα ή αναπαράσταση τής Είκ. 18.
 Άξια προσοχής είναι οτι α) ενα δεύτερο τόξο γεφύρωνε τό συνολικό άνοιγμα τής πόρτας πίσω άπό τό θύρωμα, αρχικά ίσως αφανές, β) ό μαρμάρινος κυματιοφόρος ορθοστάτης είναι έδώ σέ δεύτερη χρήση, προερχόμενος άπό παλιότερη βυζαντινή εκκλησία καί γ) ή νότια είσοδος είχε παρεμφερή τη διάταξη, όπως πιστοποιείται άπό τίς φωτογραφίες τοϋ 'Ινστιτούτου.

5
Εΐκ. 17. Θεοτόκος Άνηλίου. Ή 
βόρεια είσοδος του ναού. Φωτ. 
του Γερμ. 'Αρχ. 'Ινστιτούτου (TRI. 135).
 Ή Παναγία τοϋ Άνηλίου ήταν μιά τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική με θολοσκεπές τό ιερό κι επίσης τριμερή καί θολοσκεπή τόν νάρθηκα (Είκ. 19).
Πιθανότατα είχε υπερυψωμένο φωταγωγό στό μεσαίο κλίτος. Τά παραδείγματα τοϋ τύπου αυτού κατά τή μέση βυζαντινή περίοδο είναι, σέ σύγκριση μέ τους τρουλαίους ναούς, περιορισμένα, όχι όμως καί τόσο λίγα, ώστε ή απουσία τους νά στηρίζει τίς παλιές θεωρίες αφενός τοϋ G. Millet34 καί αφετέρου των Korac, Capenko καί Krautheimer. Πράγματι, σε νεότερες έρευνες επισημάνθηκαν αρκετά παραδείγματα ξυλόστεγων μεσοβυζαντινών δρομικών βασιλικών, μερικά άπό τά όποια μάλιστα στην κάτω Ελλάδα, όπως της Μέντζαινας, της Ζούρτσας, της "Ηλιδος, της Ζαραφώνας, της "Ατταλης Ευβοίας κι άλλα αμφίβολα. Οί έρευνες του Ά . 'Ορλάνδου καί τών καθηγητών Ν. Μουτσόπουλου, Π. Μυλωνά καί κυρίως Π. Βοκοτόπουλου υπήρξαν πολύ θετικές γιά την καλύτερη κατανόηση του θέματος. Είναι πιά φανερό πώς ό αρχαίος τύπος της ξυλόστεγης βασιλικής δέν αναβίωσε στίς σλαβικές χώρες γιά ειδικούς λόγους ή στά φραγκοκρατούμενα μέρη κάτω άπό δυτική επίδραση, αλλά επιβίωσε στην κάτω Ελλάδα όπως κι άλλου.
 Μεγαλύτερο ενδιαφέρον γιά την παρούσα μελέτη άπό πλευράς συσχετισμών (πού δικαιολογείται άπό όσα ακολουθούν) δημιουργεί ή πρόσφατη διαπίστωση ότι καί ή Βλαχέρνα τής 'Ηλείας ήταν επίσης μιά τρίκλιτη ξυλόστεγη βασιλική μέ θολοσκεπή τόν τριμερή νάρθηκα καί τό ιερό.
Πράγματι, πρόσφατες έρευνες (τών οποίων τά συμπεράσματα μένουν ακόμα δυστυχώς αδημοσίευτα) αποδεικνύουν ότι οί τεταρτοκυλινδρικές καλύψεις τών πλάγιων κλιτών είναι πολύ μεταγενέστερες κι ότι τό κτίριο μέ τόν υπερυψωμένο του φωταγωγό είχε αρχικά τήν τυπική μορφή τής παλιάς βασιλικής.
 Τά χρονολογικά προβλήματα των μνημείων γύρω στό 1200 είναι (όπως θά δοϋμε στά επόμενα) αρκετά δυσεπίλυτα κι έτσι δεν μπορεί κανείς νά ξέρει μέ βεβαιότητα πότε γίνεται πράγματι μεγαλύτερη διάδοση τοϋ τύπου των ξυλόστεγων βασιλικών ούτε αν αυτή οφείλεται σέ δυτικές επιδράσεις . 'Υπέρ τής θεωρίας είναι τό γεγονός δτι οι περισσότεροι γοτθικοί ναοί πού έγιναν τότε στην Ελλάδα κτίστηκαν στον τύπο τής ξυλόστεγης τρίκλιτης βασιλικής μέ θολοσκεπές τό ιερό. Κατά τής ϊδιας θεωρίας τό οτι τά βυζαντινά παραδείγματα δέν είναι ποτέ επιμήκη όπως τά δυτικά. Ή εκκλησία τής Θεοτόκου, όπως ήδη σημειώθηκε, έχει γενικές αναλογίες μόλις 1:1,05. Ή ιδιομορφία τής υπάρξεως ενός μόνο κίονα στην τοξοστοιχία πού χωρίζει τά κλίτη φαίνεται δτι δέν είναι σπάνια σέ οψιμότερα τουλάχιστον παραδείγματα. Τέλος, στον νάρθηκα ή ισοδυναμία τών τριών θόλων ως προς τήν κάτοψη (ανεξάρτητη άπό τή σχέση πλάτους τών κλιτών στον κυρίως ναό) πιθανότατα συνεπαγόταν τό οτι είχαν τό ϊδιο ύψος καί ενιαία τήν εξωτερική τους κάλυψη. Αυτό θυμίζει πάλι τή Βλαχέρνα τής Ηλείας" , όπως καί τήν Παλαιοπαναγιά τής Μανωλάδας. Οι ελλειπτικοί θόλοι δέν ήταν άγνωστοι σέ μνημεία τής
περιοχής.

6
Είκ. 18.(αριστερά). Ή βόρεια εϊσοδος του ναού
 σε αναπαράσταση. Όψη, κάτοψη καί λεπτομέρειες
 τομής στό άνώφλι καί στους ορθοστάτες.
Είκ. 19. (δεξιά) . Προοπτική απεικόνιση κατά μήκος
τομής τοϋ μνημείου, σε αναπαράσταση.
 Οι μορφολογικοί καί κατασκευαστικής φύσεως συσχετισμοί πού άκολουθοϋν επιτρέπουν τη διαπίστωση άμεσων σχέσεων του ναοϋ της Παναγίας μέ άλλα μνημεία της δυτικής Πελοποννήσου καί βοηθούν τήν κατά προσέγγιση χρονολογική του τοποθέτηση.
Ή επιμελέστατη πλινθοπερίβλητη τοιχοποιία μέ τά λεπτά της τούβλα καί τους ίσοπαχεϊς αρμούς σχετίζεται άμεσα μέ τήν Παλαιοπαναγιά στή Μανωλάδα καί τους ναούς της 'Αργολίδας στην Άρεια καί στον Μέρμπακα, όπως καί μέ τίς εκκλησίες της Βλαχέρνας στην 'Ηλεία καί τού Αγίου Γεωργίου στην Ανδρούσα. Τά διπλά οριζόντια καί κατακόρυφα τούβλα γύρω άπό τους πωρόλιθους συνδέουν τό μνημείο μέ τίς ϊδιες εκκλησίες, καθώς καί μέ τήν Καθολική τής Γαστούνης, τόν δίκλιτο ναό τής Ήλιδας, τό καθολικό τής Σκαφιδιάς , τήν Παλαιοπαναγιά τής Μανωλάδας, τόν έξωνάρθηκα τού καθολικού τής μονής Όσίου Λουκά, τόν Αγιο Ιωάννη
στό Κακοσάλεσι, τήν Αγία Τριάδα τού Κριεζώτη καί άλλα. Ή εξαιρετική επιμέλεια των εσωτερικών επιφανειών τών τοίχων τού μνημείου (σάν νά μήν επρόκειτο νά επιχριστούν) θυμίζει έντονα τόν "Αγιο Νικόλαο στά Καμπιά.
Οί οδοντωτές ταινίες χρησιμοποιούνται στην εκκλησία πού εξετάζουμε μέ λιτότητα. Τρεις ιδιομορφίες τους (νά ακολουθούν τήν κάτω στάθμη τών πώρινων γείσων τών κογχών, νά περιβάλλουν τά παράθυρα ακολουθώντας στά μεταξύ τους κενά τόν πώρινο κοσμήτη τής ποδιάς τους καί νά παίρνουν βαθμιδωτή διάταξη στίς πλάγιες όψεις τού ναού) απαντούν επίσης στή Βλαχέρνα της Ηλείας, τόν "Αγιο Γεώργιο της Άνδρούσας καί την Παλαιοπαναγιά της Μανωλάδας.
 Τά λοξότμητα πώρινα γείσα είναι συνηθέστατα σε εκκλησίες του 12ου αιώνα στην κάτω Ελλάδα. Εξωτερικοί όμως πώρινοι κοσμήτες με σύνθετη διατομή, όπως αυτή του ναού της Θεοτόκου, είναι σπάνιοι. Τους ξαναβρίσκουμε στή Βλαχέρνα της 'Ηλείας, στον "Αγιο Γεώργιο της Άνδρούσας καί (μέ παραπλήσια μορφή) στην Κοίμηση του Μέρμπακα.
 Πρόκειται γιά μιά αρχιτεκτονική μορφή μέ προφανή τή δυτική επίδραση. Τό ϊδιο μπορεί κανείς νά πει καί γιά τά προσκυνητάρια στό εσωτερικό της εκκλησίας: 'Εκτός άπό τά κιονόκρανα πού έχουν σαφέστατο τόν γοτθικό χαρακτήρα, είναι ό τρόπος της δομής πού πείθει γιά τήν προέλευση τής μορφής τους. Οι μικροί σφόνδυλοι των ημικιόνων είναι συμφυείς μέ τά όρθογωνισμένα πουριά μέ τά όποια έχει κτιστεί ό τοίχος (Είκ. 1 καί 4 α), τά ψευδοφουρούσια είναι συμφυή μέ τόν κάτω κοσμήτη τους καί τά τεταρτοκυκλικής διατομής τόξα έγιναν επίσης μέ τήν κατεργασία του αυτοφυούς υλικού τής δομής. Προσκυνητάρια τού τύπου αύτοϋ, διαφορετικά άπό τά βυζαντινά, είναι γιά τήν ώρα γνωστά μόνο στή Βλαχέρνα τής 'Ηλείας. Ή ερμηνεία τής διατάξεως τους στον χώρο τού ναού, τουλάχιστον αυτών τής ανατολικής πλευράς, φαίνεται νά είναι λειτουργική, δεδομένου ότι εντάσσονται στό τέμπλο καί συνάμα τό διευρύνουν. Μοναδική όμοιότητα ώς προς τη γενική διάταξη, άλλα μάλλον διαφορετική λειτουργία φαίνεται νά έχουν τά περίτεχνα μαρμάρινα προσκυνητάρια του ναοϋ της 'Αγίας Σοφίας στη Μονεμβασία.
Μικτό φραγκοβυζαντινό ΰφος έχουν καί οι πλάγιες θύρες της εκκλησίας. Γοτθικής τεχνοτροπίας είναι ή δέσμη τών δύο ήμικιονίσκων, ή στένωση του ανοίγματος προς τά μέσα, τά μικρά κιονόκρανα, οί συμφυείς μέ τους σφονδύλους πωρόλιθοι τών παραστάδων. Στην τοπική βυζαντινή παράδοση ανήκουν τά υπερυψωμένα πλίνθινα τόξα μέ τήν περιθέουσα οδοντωτή
ταινία καί τό σέ δεύτερη χρήση ευθύγραμμο υπέρθυρο. Ή βόρεια θύρα της Καθολικής τής Γαστούνης είναι τό πλησιέστερο τεχνοτροπικά παράδειγμα προς τίς πλάγιες πόρτες του ναοϋ τής Παναγίας.
 Τέλος, τό δίλοβο παράθυρο του Βήματος, καθ' ολα βυζαντινό ώς προς τήν τεχνοτροπία, έχει πολύ στενούς τους δύο λοβούς, κάτι πού θυμίζει ζωηρά τό παράθυρο στην ϊδια θέση τού 'Αγίου Γεωργίου τής Άνδρούσας. 

7
 'Από οσα προηγήθηκαν είναι φανερό οτι τό μνημείο πού εξετάζουμε, ώς προς τήν αρχιτεκτονική του έμμεσα σχετίζεται μέ εκκλησίες τού 12ου αιώνα τής λεγόμενης 'Ελλαδικής Σχολής, όπως τίς γειτονικές του στή Μανωλάδα καί τή Γαστούνη ή μέ τήν Κοίμηση τού Μέρμπακα. Σχετίζεται όμως άμεσα καί εντυπωσιακά μέ τους δύο επίσης γειτονικούς του ναούς, τή Βλαχέρνα τής 'Ηλείας καί τόν "Αγιο Γεώργιο τής Άνδρούσας. Βρισκόμαστε μπροστά σέ τρία συγγενικά μνημεία, πού πιθανότατα κτίστηκαν άπό τό ίδιο συνεργείο ή άπό τόν ίδιο άρχιμάστορα. Καί τά τρία έχουν τήν εξωτερική εμφάνιση πολύ επιμελημένων κτιρίων μέ τά γενικά χαρακτηριστικά τού τέλους τού 12ου αιώνα, στά όποια εντάχθηκαν μεμονωμένα στοιχεία γοτθικής τεχνοτροπίας, πού διατηρούν τή μορφική τους συνέπεια, χωρίς αλλοιώσεις.
 Δυστυχώς, ούτε ενα άπό τά μνημεία αυτά δέν είναι ακριβώς χρονολογημένο καί κατά συνέπεια ή αβεβαιότητα γύρω άπό τήν παλαιότητα τους επεκτείνεται καί στη Θεοτόκο του Άνηλίου. Ή καθιερωμένη άποψη του Ά. 'Ορλάνδου ότι τη Βλαχέρνα βρήκε υπό κατασκευή ή φραγκική κατάκτηση του 1205, έχει χάσει τά ερείσματα της, δεδομένου ότι οι υποτιθέμενοι δυτικής εμπνεύσεως τεταρτοκυλινδρικοί θόλοι των πλάγιων κλιτών της αποδεικνύεται οτι κατασκευάστηκαν πολύ αργότερα. Καί ναί μέν έγινε στον έξωνάρθηκα καί στον όροφο μιά προσθήκη με εμφανέστατα γοτθικής τεχνοτροπίας στοιχεία ακόμα αργότερα, πλην όμως ανάλογες μορφές υπήρχαν καί στην πρώτη φάση του μνημείου. Τό ουσιώδες είναι οτι ή φάση αυτή τής Βλαχέρνας αποσυνδέεται άπό τό 1205.
 Οι θεωρίες γιά τήν εφαρμογή δυτικής τεχνικής καί τεχνοτροπίας μορφών σέ εκκλησίες τής Πελοποννήσου πρίν άπό τήν 4η σταυροφορία είναι πολύ γνωστές καί οπωσδήποτε θά αποθάρρυναν μιά κατηγορηματική χρονολόγηση τών μνημείων πού μας απασχολούν στον 13ο αιώνα. Καί όμως, ή όψιμότητά τους φαίνεται περισσότερο πιθανή. Δέν πρέπει νά παραβλεφθεί οτι οι εκκλησίες τού Μέρμπακα καί τής Βλαχέρνας είχαν πάντοτε θεωρηθεί ως οι οψιμότερες του 12ου αιώνα, καθώς καί οτι ή πρίν άπό τό 1205 τοποθέτηση τής Βλαχέρνας στηρίζεται αποκλειστικά σέ διακοσμήσεις έγκόπτων τούβλων (cut bricks), πού απουσιάζουν τόσο άπό τή Θεοτόκο τού Άνηλίου όσο καί άπό τόν Άγιο Γεώργιο τής Άνδρούσας. Ή απουσία αξιόλογων διακοσμητικών γλυπτών άπό μάρμαρο, σύγχρονων προς τά τρία μνημεία, σέ πλήρη αντίθεση μέ τήν άριστη λιθοξοϊκή τους σέ πωρόλιθο, ή έκλειψη δηλαδή τής γνωστής γλυπτικής τού 12ου αιώνα άπό τά μνημεία αυτά, αποτελεί επίσης μιά σοβαρή ένδειξη όψιμότητας. Τό μικρό σχετικά μέγεθος των εκκλησιών, τόσο τού Άνηλίου όσο καί της Άνορούσας, δέν έρχεται σε αντίθεση με τίς πιθανές οικονομικές δυσκολίες τοϋ ελληνικού στοιχείου μετά τό 1205, γιά τίς όποιες έγινε λόγος στην αρχή αυτής τής μελέτης. Τό πλήθος πάντως των χαρακτηριστικών γιά τόν 12ο αιώνα μορφών καί κατασκευών πού απαντούν στά μνημεία πού εξετάζουμε, μαρτυρεί τή σχετική πρωιμότητά τους μέσα στην περίοδο τής φραγκοκρατίας.
 Μαρτυρεί επίσης τήν επιμονή τών παραδοσιακών τρόπων στην περιοχή, μετά τήν κατάκτηση της. Δυστυχώς, κάποια ιδιαίτερα στοιχεία πού θά διαφοροποιούσαν κατηγορηματικά τά μνημεία τής 12ης άπό εκείνα τής 13ης εκατονταετίας δέν έχουν προσδιοριστεί ακόμα. Κατά τόν Antoine Bon «... Στό διάστημα τού 12ου αιώνα πολλαπλασιάζονται οι επαφές μεταξύ τής βυζαντινής Ανατολής καί τής Δύσεως, τής οποίας ό πολιτισμός πραγματοποιεί άπό τήν πλευρά του προόδους αποφασιστικής σημασίας. Τά αποτελέσματα τών επαφών αυτών καί ή ακριβής χρονική στιγμή πού θά μπορούσαν νά εκδηλωθούν στην ελληνική τέχνη -πρό ή μετά τήν 4η σταυροφορία- είναι πολύ δύσκολο νά προσδιοριστούν. Πιστεύουμε ότι ή αβεβαιότητα πού περιβάλλει τά ζητήματα αυτά θά μπορέσει νά περιοριστεί εφόσον ή έρευνα πού θά τείνει προς τό αντικείμενο, θά βασιστεί στην ακριβή ανάλυση τής κάθε περιπτώσεως...».
 Ή ανάλυση πού πραγματοποιήθηκε στή μελέτη τού προκείμενου μνημείου, όπως έγινε δυστυχώς φανερό, δέν μπορεί νά περιορίσει άμεσα αύτη τήν αβεβαιότητα. Τό μόνο ασφαλές γιά τήν ώρα είναι ότι τό φραγκοβυζαντινό αρχιτεκτονικό ιδίωμα στην Πελοπόννησο πλουτίζεται μέ ένα ακόμα μνημείο.


ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΠΟΥΡΑΣ
"Η φραγκοβυζαντινή εκκλησία της Θεοτόκου στο Ανήλιο (τ. Γκλάτσα) της Ηλείας"


Γιά τα υπόλοιπα σημαντικά αρχαία του Ανήλιου μπορείτε να δείτε τον σύνδεσμο:
Ανήλιο Τριφυλία: Ένα σημαντικό κέντρο στους Προϊστορικούς και Ιστορικούς χρόνους





Ανήλιο Τριφυλία: Ένα σημαντικό κέντρο στους Προϊστορικούς και Ιστορικούς χρόνους


 Το Ανήλιο είναι χωριό της Τριφυλίας και υπάγεται διοικητικά στο δήμο Ζαχάρως. Απέχει έξι χιλιόμετρα από τη θάλασσα, τρία από τη Εθνική οδό Πύργου - Κυπαρισσίας και πέντε από τη Ζαχάρω. Βρίσκεται σε ύψος 135 μέτρων και ανάμεσα στα χωριά Καλύδονα -Νεοχώρι. 
 Στην θέση "Κάστρο" υπάρχει Προϊστορική ακρόπολη των Μεσοελλαδικών χρόνων, -2200. Είναι πολύ πιθανή η διασύνδεση της ακρόπολης με το σπουδαίο Μυκηναϊκό κέντρο του Κακοβάτου που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση.
 Η κατοίκηση στο Ανήλιο συνεχίστηκε και στους Αρχαϊκούς, Κλασικούς και Ελληνιστικούς χρόνους, ενώ πρέπει να υπήρξε και σημαντικό κέντρο και στην Βυζαντινή περίοδο όπως μαρτυρούν τα σπουδαία μνημεία αυτής της εποχής.


 Ο οικισμός του Ανήλιου βρίσκεται στη δυτική Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στο κέντρο του κυπαρισσιακού κόλπου. Ανήκει στο νομό Ηλείας και υπάγεται διοικητικά στο δήμο Ζαχάρως. Απέχει έξι χιλιόμετρα από τη θάλασσα, τρία από τη Εθνική οδό Πύργου - Κυπαρισσίας και πέντε από τη Ζαχάρω. Βρίσκεται σε ύψος 135 μέτρων και ανάμεσα στα χωριά Καλύδονα -Νεοχώρι. Κατά την απογραφή του 2000 είχε 260 κάτοικους. 





 Το πρώτο όνομα του οικισμού μέχρι το 1927 ήταν Γλάτσα. Υπάρχουν δύο εκδοχές για το όνομα αυτό. Η πρώτη ότι είναι σλαβική λέξη. Η άλλη εκδοχή είναι ότι κατοικούσε στη περιοχή, μετά τις σταυροφορίες, ένας Γάλλος βαρόνος Ντε Γλάτσης. Το πιθανότερο όμως να προήλθε από το ρήμα γλιστρώ (γλίστρα, γλίτσα, γλάτσα). Υπάρχει και άλλη μία εκδοχή ότι προέρχεται από τον πανάρχαιο ήρωα της Μυθολογίας μας Γλαύκων.



Η Προϊστορική Ακρόπολη

 Βορειοανατολικά του χωριού και σε απόσταση 1500 μέτρων βρίσκεται ο λόφος "Κάστρο". Ο λόφος βρίσκεται σε στρατηγικό σημείο αφού εποπτεύει ολόκληρη την γύρω περιοχή. Σ΄αυτόν υπάρχουν εκτεταμένες αρχαίες οχυρώσεις.
 Τον αρχαιολογικό χώρο του "Κάστρου" επισκέφτηκε για πρώτη φορά ο μεγάλος Γερμανός αρχαιολόγος Ντόρπφελντ το 1908, ο οποίος εξέφρασε την άποψη ότι οι οχυρώσεις ανήκαν σε Μυκηναϊκή θέση και ίσως αποτελούσαν μεγάλο διοικητικό κέντρο. Ωστόσο δεν διενήργησε ανασκαφές εκεί αφού την προσοχή του τράβηξαν οι θολωτοί τάφοι και ο Μυκηναϊκός οικισμός στον Κακόβατο μερικά χιλιόμετρα προς τα βόρεια.
 Χρειάστηκε να περάσουν εκατό χρόνια μέχρι κάποιος να ασχοληθεί την ακρόπολη του Ανήλιου, και αυτή την φορά πάλι ήταν οι Γερμανοί. Συγκεκριμένα το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, κλιμάκιο του οποίου διενήγησε αρχαιολογικές έρευνες στην Τριφυλία την περίοδο 2006- 2010.

 Συγκεκριμένα διενήργησαν περιορισμένες χρονικά έρευνες στην αρχαία ακρόπολη στα έτη 2009 και 2010 με εντυπωσιακά όμως αποτελέσματα. 

 Σύμφωνα λοιπόν με τη Γερμανικό αρχαιολογικό ινστιτούτου οι αρχαίες οχυρώσεις στον λόφο του "Κάστρου" ανήκουν σε Προϊστορική ακρόπολη  που κτίστηκε στα τέλη της Πρωτοελλαδικής και αρχές Μεσοελλαδικής περιόδου, περίπου -2200. 

 Οι οχυρώσεις, η τοιχοδομή αλλά και τα λείψανα των κτηριακών εγκαταστάσεων παρουσιάζουν πάρα πολλές ομοιότητες με την Ακρόπολη της Λέρνας στην Αργολίδα και την Ακρόπολη της Μάλθης στην Τριφυλία, επίσης σπουδαίων Μεσοελλαδικών και Μυκηναίκών κέντρων. Επίσης βρέθηκαν αρκετά όστρακα της Μεσσοελλαδικής περιόδου, -2200 έως -1800.
 Πρέπει να επισημάνουμε ότι η Προϊστορική ακρόπολη του "Κάστρου" βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από  τον αρχαιολογικό χώρο του Κακοβάτου όπου αρκετοί τοποθετούν την Ομηρική Πύλο. Η διασύνδεση των δύο αυτών Μυκηναϊκών κέντρων πρέπει να θεωρείτε δεδομένη, καταδεικνύοτας έτσι την σπουδαιότητα των αρχαίων στο Ανήλιο. 

Ανήλιο Τριφυλία: Οι εκτεταμένες οχυρώσεις στον λόφο του "Κάστρου" που ανήκουν σε οχυρωμένο Προϊστορικό οικισμό, -2200.


Η κατοίκηση στην ακρόπολη συνεχίστηκε και στους ιστορικούς χρόνους αφού βρέθηκαν όστρακα των Αρχαϊκών, Κλασικών και Ελληνιστικών χρόνων, ενώ θεμέλια ενός μεγάλου ορθογώνιου κτίσματος πιθανόν να ανήκει σε ναό των Αρχαϊκών- Κλασσικών χρόνων.
Βυζαντινό νόμισμα από
τα ευρήματα της ακρόπολης

 Η ακρόπολη χρησιμοποιήθηκε και κατά τους βυζαντινούς χρόνους αφού βρέθηκαν τείχη αλλά και πύργος της εποχής αυτής τα οποία χτίστηκαν με τα παλαιότερα Προϊστορικά οικοδομικά υλικά. Επίσης στο τμήμα αυτό της ακρόπολης βρέθηκαν Βυζαντινά αγγεία και νομίσματα.


 Οι φιλότιμες αλλά περιορισμένες προσπάθειες των Γερμανών αρχαιολόγων δεν επαρκούν. Πρέπει επιτέλους η Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία να δώσει προτεραιότητα στις ανασκαφές δίνοντας τέλος στην απαξίωση των σπουδαίων Προϊστορικών κέντρων της Τριφυλίας.



 Γιά τα αρχαία του Ανήλιου υπάρχουν επίσης πληροφορίες που αναφέρει ο πρώην γραμματέας της κοινότητας Άγγελος Κολιαδήμας και προέρχονται από προσωπικές εμπειρίες αλλά και την προφορική παράδοση. Συγκεκριμένα αναφέρει:
  • Το 1972 σε εργασίες εξόρυξης αμμοχάλικου για τους αγροτικούς δρόμους βρέθηκαν ταφικοί πίθοι τους οποίους εξέτασε η αρχαιολογική υπηρεσία. Οι πίθοι χρονολογήθηκαν ως προϊστορικοί χωρίς όμως να υπάρχουν άλλες λεπτομέρειες.
  •  Επίσης σε δύο σημεία στη περιοχή ανασκάφηκαν πήλινες σωλήνες ύδρευσης σε βάθος ενός και πλέον μέτρων στη θέση Μπούρμπουλα και Κουκουνάρα. Οι σωλήνες αυτοί έμοιζαν μ΄αυτούς που έχουν βρεθεί στον Προϊστορικό αρχαιολογικό χώρο του Κακόβατου, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση, και είναι σχεδόν βέβαιο ότι πρέπει να είχαν άμεση σχέση με την Ακρόπολη του "Κάστρου".

Τα Βυζαντινά μνημεία του Ανήλιου:


 Το Ανήλιο Τριφυλίας πρέπει να ήταν αξιόλογο κέντρο και στην Βυζαντινή περίοδο. Αυτό δείχνει η χρησιμοποίηση της ακρόπολης του "Κάστρου" την περίοδο αυτή αλλά και τα δύο σημαντικά Βυζαντινά μνημεία της περιοχής, ο ναός της μεταμόρφωσης του Σωτήρως και ο ναός της ης Παναγιάς της των Πάντων Χαράς.

Ο ναός της μεταμόρφωσης του Σωτήρος: 

Σύμφωνα με τον Άγγελο Κολιαδήμα ο ναός πρέπει να κτίστηκε τον 7ο αιώνα. Βρίσκεται σε απόσταση 150 μέτρων  από το κέντρο του χωριού και δυστυχώς σήμερα δεν σώζετε σχεδόν τίποτα από αυτόν. Σύμφωνα με παλαιότερες μαρτυρίες στον ναό αυτό ήταν ενσωματωμένα πολλά αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη τα οποία η παράδοση αναφέρει ότι ανήκαν σε αρχαίο ναό του Απόλλωνος. Γύρω στο 10ο αιώνα η περιοχή και ο ναός εγκαταλείπονται ενώ στα νεότερα χρόνια τα μάρμαρα και ο ναός λεηλατήθηκαν.

Στην φωτογραφία δεξιά ο Ναός της μεταμόρφωσης του Σωτήρος


Ο Φραγκοβυζαντινός ναός της Παναγιάς της των Πάντων Χαράς:
 Κάτω από τον οικισμό Πάνω Γλάτσα και γύρω στα 100 μέτρα υπάρχει σχεδόν ερειπωμένος ο ναός της Παναγίας της των Πάντων Χαράς, μεγαλοπρεπή και σχετικά μεγάλων διαστάσεων. Από τα υλικά που έχει κατασκευασθεί ορισμένα, όπως μάρμαρα και πωρόλιθοι, πρέπει να έχουν παρθεί από τον ναό της μεταμόρφωσης του Σωτήρος.
 Σύμφωνα με τον Βυζαντινολόγο Χαράλαμπο Μπούρα ο ναός αυτός κατασκευάστηκε τον 13ο αιώνα. Επίσης αναφέρει ότι γιά τήν Πελοπόννησο, από πλευράς ιστορίας τής αρχιτεκτονικής, ό 13ος αιώνας είναι μιά εποχή πού θά μπορούσε ίσως νά χαρακτηριστεί ώς μεταβατική, μεταξύ τής Μεσοβυζαντινής καί τής Παλαιολογείου. Μετά τόν διαμελισμό τής αυτοκρατορίας άπό τους Σταυροφόρους, στην επικράτεια τού φραγκικού πριγκιπάτου τής Αχαϊας θά διαπιστωθεί μιά διπλή αρχιτεκτονική δραστηριότητα με τήν ανέγερση αφενός μερικών μεγάλων, καθαρά γοτθικών μνημείων από τό επικυρίαρχο φραγκικό στοιχείο καί αφετέρου μικρών ορθόδοξων εκκλησιών πού συνεχίζουν τήν ντόπια παράδοση καί επηρεάζονται κατά περίπτωση από τήν ξένη. Στή δεύτερη αυτή κατηγορία ανήκει ή εκκλησία τής Θεοτόκου του Ανήλιου. Είναι ενα μνημείο πού, έγινε μέ κάποιες προθέσεις καί ενώ διατήρησε σέ πολλά τήν τοπική παράδοση, έχει στοιχεία πού μαρτυρούν τίς νέες ιδέες τής εποχής. Η σημασία της, λοιπόν, γιά τήν έρευνα τών προβλημάτων τής ναοδομίας στην Πελοπόννησο κατά τή φραγκοκρατία, δέν είναι μικρή.
Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη την μελέτη του Χαράλαμπου Μπούρα στον παρακάτω σύνδεσμο: Ανήλιο Τριφυλία, ο Φραγκοβυζαντινός ναός της Θεοτόκου, 13ος αιώνας

Ανήλιο, ο ναός της Θεοτόκου του 13ου αιώνα όπως αποτυπώθηκε φωτογραφικά από το Γερμανικό 'Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στις αρχές του 20ου αιώνα.

Για τον ναό ο  Άγγελος Κολιαδήμας αναφέρει:
 "Ο ναός αυτός ήταν σε καλή κατάσταση σχεδόν μέχρι το τέλος του 1900 αιώνα όπου κάθε χρόνο, το ψυχοσάββατο και την παραμονή της Πεντηκοστής λειτουργούσαν καθ' ότι εκεί μέχρι το τέλος του 1900 αιώνα ήταν νεκροταφείο. Επίσης αντί για κόλλυβα μοίραζαν κρέατα και διάφορα γαλακτοκομικά προϊόντα διότι εκεί ήταν κτηνοτρόφοι. Ο ναός αυτός κατέρρευσε πιθανότατα κατά τα έτη 1896-98 από σεισμούς, ο πρόναος και τμήμα της οροφής, και επειδή ο οικισμός της Άνω Γλάτσας «παλιοχωρίου» εγκαταλείφθηκε. 
 Ο κόσμος δεν γνώριζε την αξία του μνημείου και άρχισε να το καταστρέφει αφαιρώντας τους πωρόλιθους αλλά και οι προεστοί το ίδιο έκαναν όταν το 1950 κτιζόταν το δημοτικό σχολείο αφαίρεσαν πωρόλιθους για αγκωνάρια και ο παπάς του χωριού για την καμπάνα του ναού του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου αφαίρεσαν τους ολίγους πωρόλιθους.
 Το 1950 το τμήμα του ιερού ήταν σε σχεδόν καλή κατάσταση και όταν συνειδητοποίησαν οι προεστοί την αξία του μνημείου, αν και το είχαν οι ίδιοι καταστρέψει, ειδοποίησαν την αρχαιολογική υπηρεσία και ήρθαν αρχαιολόγοι ως και ο καθηγητής βυζαντινολογίας Χαράλαμπος Μπούρας περίγραψε και προσδιόρισε το χρόνο κατασκευής του. Όμως για την διατήρησή του στο σημείου που βρίσκεται χρειάζονταν έξοδα που το ελληνικό κράτος και η αρχαιολογική υπηρεσία δεν είχαν να τον συντηρήσουν. Επίσης υπήρχε μέχρι κάποια εποχή αρχαιοφύλακας που 2 φορές το μήνα τον επισκεπτόταν. 
 Όταν το 1998 δόθηκαν χρήματα για την συντήρηση του ναού ήρθαν και στύλωσαν το ναό με, «καλάμια» λέω εγώ, καδρόνια τα οποία τα κάλυψαν με νάιλον αλλά ήταν χλωρά και άναψαν. Όταν είδε η υπηρεσία ότι κακώς έκανε, το έδιωξε το νάιλον, όμως η ζημιά είχε γίνει αφού τα ξύλα σάπισαν και η νότια αχιβάδα κατέρρευσε, ήρθαν και οι πυρκαγιές του 2007 και τα έκαψε. Τότε η βυζαντινή υπηρεσία συνειδητοποίησε την αξία του ναού και χρηματοδότησε στο σημείο που είναι σήμερα να τον υποστυλώσει και να τον σκεπάσει."

Ανήλιο Τριφυλία: Ο ναός της Θεοτόκου ή Παναγιάς της των Πάντων Χαράς του 13ου αιώνα όπως είναι σήμερα. Έχουν τοποθετειθεί υποστυλώσεις και στέγαστρο.


ΠΗΓΕΣ:
Ο ιστότοπος: ΑΝΗΛΙΟ (ΓΛΑΤΣΑ) ΖΑΧΑΡΩΣ
Ο ιστότοπος: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών



Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Ναός Αναλήψεως, Φιλιατρά Τριφυλία

 Στα νοτιοανατολικά των Φιλιατρών, μέσα σε ελαιώνα, βρίσκεται ο μικρός σταυρεπίστεγος ναός της Ανάληψης.


 
  Εξωτερικά, στην ανατολική επιφάνεια του ναού, έχει βρεθεί χαραγμένη επιγραφή που χρονολογεί το μνημείο στον 12ο αιώνα. 
 Στο εσωτερικό διακρίνονται πολύ φθαρμένα, δύο τουλάχιστον στρώματα εικονογράφησης: το παλαιότερο είναι σχεδόν σύγχρονο με την κατασκευή του μνημείου και ανάγεται πιθανόν στο τέλος του 13ου αιώνα. Το νεώτερο στρώμα είναι μεταβυζαντινής εποχής (πιθανόν 17ος αιώνας).

 Είναι ο αρχαιότερος σταυρεπίστεγος, μονόκλιτος ναός της κατηγορίας του στον Ελλαδικό χώρο. Πρόκειται για μονόροφο κτίσμα διαστάσεων 4.10Χ 6.65 μ. και μέγιστου ύψους 5.10 μ. με τοιχοποιία πάχους 65-70 εκ. Η κάλυψη γίνεται με δύο άνισες καμάρες, μια πλατειά κατά μήκος του ναού (πλάτους 2.30 μ. και ύψους 3.70μ.) και μία στενότερη εγκάρσια (πλάτους 1.30μ. και ύψους 4.70μ.).
 Η λιθοδομή εξωτερικά είναι δομημένη κατά το πλινθοπερίκλειστο σύστημα εκτός της δυτικής πλευράς που το ακολουθεί μόνο στα πολύ χαμηλά του σημεία, σπαράγματα της αρχικής φάσης του μνημείου. Η δυτική πλευρά, το νοτιοδυτικό τμήμα της νότιας πλευράς και η ανωδομή της εγκάρσιας καμάρας αποτελείται από μικρούς ακατέργαστους λίθους ίδιας γεωλογικής σύστασης με το πέτρωμα που διαμορφώνει την υψομετρική έξαρση του εδάφους όπου είναι κτισμένος ο ναός. 
 Επίσης στο εσωτερικό του διακρίνονται τρεις εσοχές σε καθέναν από τους μακρούς τοίχους, οι οποίες αντιστοιχούν στην εγκάρσια καμάρα και σε δυο τυφλά αψιδώματα εκατέρωθεν. Η κτιστή Αγία Τράπεζα εγγράφεται στο εσωτερικό της κεντρικής αψίδας του Ιερού. Η τοιχοποιία του ναού είναι αμελής από αδρά λαξευμένους λίθους που πλαισιώνονται από τούβλα. 

 Το 2006 εκπονήθηκε μελέτη αναστήλωσης και στερέωσης του ναού από το επιστημονικό προσωπικό της 26ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ενώ το 2012 εγκρίθηκε η χρηματοδότηση του έργου το οποίο και ολοκληρώθηκε πρόσφατα.

Οι φωτογραφίες του Μνημείο είναι του Παναγιώτη Λαγγούβαρδου


Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Γέφυρα Χατζή Σουμάνη, Τριφυλία

Το γεφύρι του Χατζή ή Κακή Σουμάνη βρίσκεται ένα χιλιόμετρο βόρεια από το χωριό Αλιμάκι, και 11 χιλιόμετρα περίπου βοριοανατολικά της Κυπαρισσίας, στο πιό στενό πέρασμα του Αρκαδικού ποταμού, του Αρχαίου Κηπαρισσήεντα.
 Είναι ένα μονότοξο πέτρινο γεφύρι με τρείς καμάρες και πιθανότατα κατασκευάστηκε στα χρόνια της δεύτερης τουρκοκρατίας. Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα αποτελούσε σπουδαίο συγκοινωνιακό κόμβο αφού ένωνε οδικά την ΝΔ Μεσσηνία με τον κεντρικό Μωριά.
 Δυστυχώς το θαυμάσιο αυτό μνημείο της Τριφυλίας είναι αφημένο στην λήθη και η πρόσβαση σ΄αυτό είναι πολύ δύσκολη. Η ανάδειξη τού μνημείου που βρίσκεται μέσα σ΄ένα πανέμορφο φυσικό τοπίο και η διασύνδεσή του με τον γειτονικό σπουδαίο Αρχαιολογικό χώρο της Περιστεριάς, αλλά και του αρχαιολογικού χώρου του λόφου του "Ελληνικού" μερικά χιλιόμετρα στα νότια πρέπει επιτέλους να γίνει προταιρειότητα όλων μας. Είναι σίγουρο ότι η αξιοποίηση των μνημείων θα αναβαθμίσει την ξεχασμένη αυτή γωνιά της Τριφυλίας και θα αποτελέσει πόλο έλξης επισκεπτών.



 Το γεφύρι του Χατζή ή Κακή Σουμάνη βρίσκεται ένα χιλιόμετρο βόρεια από το χωριό Αλιμάκι, και 11 χιλιόμετρα περίπου βοριοανατολικά της Κυπαρισσίας, στο πιό στενό πέρασμα του Αρκαδικού ποταμού, του Αρχαίου Κηπαρισσήεντα, και είναι ένα μονότοξο πέτρινο γεφύρι που τα βάθρα του στηρίζονται στις βραχώδεις όχθες του ποταμού και το ένα από το άλλο απέχει γύρω στα 20 μέτρα. Άλλο τόσο είναι και το ύψος του και αποτελείται από τρείς καμάρες, μία μεγάλη στο κέντρο και δύο μικρότερες δεξιά και αριστερά της.

Για το πότε χτίστηκε αυτό το περίφημο γεφύρι, κανένας δεν ξέρει να πει με σιγουριά, αφού καμιά ιστορική αναφορά δεν υπάρχει γι΄αυτό. Όμως ανατρέχοντας στην παράδοση θα δούμε ότι κατ΄αρχήν έχει δύο ονόματα. Χατζή Σουμάνη και Κακή Σουμάνη. Κακή Σουμάνη, γι΄αυτούς που ισχυρίζονται πως φτιάχτηκε στα χρόνια της λεγόμενης 2ης Τουρκοκρατίας, 1715 έως 1821, άποψη που είναι και η πιό πιθανή , και Χατζή Σουμάνη, γι΄αυτούς που ισχυρίζονται πως φτιάχτηκε στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το γεφύρι του Χατζή Σουμάνη, όποτε και να κατασκευάστηκε, έγινε για να ενώσει οδικά την Ν/Δ Μεσσηνία με τον κεντρικό Μωριά και σίγουρα το έφτιαξαν τεχνίτες που γνώριζαν άριστα τα μυστικά του χτισίματος της πέτρας και έφτιαχναν κομψοτεχνήματα. Ένα τέτοιο κομψοτέχνημα είναι και αυτό το γεφύρι, που γεφυρώνει τη χαράδρα, βάθους 40- 50 μέτρων, που έχει δημιουργήσει ο Αρκαδικός ποταμός και ένωνε τότε, αλλά και ως το πρόσφατο παρελθόν, την περιοχή της άλλοτε Αρκαδιάς, σημερινής Κυπαρισσίας, με τον κεντρικό Μοριά, κυρίως τον χειμώνα που το ποτάμι "κατέβαζε" τεράστιες ποσότητες νερού και ως εκ τούτου, αλλού ήταν αδιάβατο.

 Το γεφύρι ήταν στο παρελθόν σημαντικό τμήμα του οδικού δυκτίου της περιοχής. Οι πρόγονοί μας ξεκινώντας τον χειμώνα από την άλλοτε Αρκαδιά, την Κυπαρισσία, περνούσαν τους Μύλους, την Μαύρη Λίμνα, του Καρακούνη το Χάνι και όταν έφταναν στην τοποθεσία καλντερίμι έστριβαν δεξιά, προς Περιστεριά, Μάνου, Καψαλώνι, Παλιογάλαγα, Σιντέτου, Κοκκινόρικο και έφταναν στο γεφύρι και αφού το περνούσαν συνέχιζαν προς τον κεντρικό Μωριά.

 Οι θρύλοι που συνοδεύουν το γεφύρι του Χατζή ή Κακή Σουμάνη είναι πολλοί και διάφοροι, ένας εκ των οποίων αποδείχτηκε επιζήμιος γι΄αυτό. Αυτός ο θρύλος αναφέρει ότι, φεύγοντας οι Τούρκοι, τον Μάρτη του 1821, για να κλειστούν στα μεγάλα κάστρα του Ν/Δ Μωριά, για να γλυτώσουν από τους επαναστατημένους Έλληνες, έθαψαν ότι πολύτιμο είχαν στην ρίζα του βορείου βάθρου του γεφυριού, ελπίζοντας ότι η επανάσταση των Ελλήνων αργά ή γρήγορα θα καταπνιγόταν και αυτοί γυρίζοντας θα έβρισκαν τα πολύτιμα πράγματά τους και θα συνέχιζαν να τους διαφεντεύουν. Αυτό, ευτυχώς για τους Έλληνες, δεν έγινε.
 Αυτός ο θρύλος, είχε σαν αποτέλεσμα μερικές ζημιές του γεφυριού, αφού κάποιοι που τον γνώριζαν, άρχισαν να σκάβουν και να το χαλάνε, μετά την απελευθέρωση, για να βρούν κρυμμένους θησαυρους των Τούρκων. Όλα αυτά γίνονταν παράνομα και βέβαια κρυφά, πάντα την νύχτα, γι αυτό και οι ζημιές που του προξένησαν ήταν σημαντικές, αφού κανένας δεν ενδιαφερόταν για την προστασία αυτού του μνημείου απαράμιλλης τέχνης που μας θυμίζει το χθές ή το προχθές αυτού του τόπου.



Το Μνημείο σήμερα:
 Παλαιότερα στο πλαίσιο της παράλληλης αξιοποίησης του Γεφυριού και του Αρχαιολογικού χώρου της Περιστεριάς, που βρίσκεται περίπου 3 χιλιόμετρα στα Δυτικά, έγινε μελέτη αποκατάστασης του γεφυριού που ωστόσο παρέμεινε στα συρτάρια και περαιτέρω ενέργειες δεν έγιναν.
 Το 1993, μετά από πολύχρονες οχλήσεις των τοπικών κοινοτικών παραγόντων, η Νομαρχία Μεσσηνίας έδειξε ενδιαφέρον και το γεφύρι χαρακτηρίστηκε διατηρητέο μνημείο, ΦΕΚ 244/Β/8.3.1993, αλλά πέρα απ΄αυτό τίποτα άλλο δεν έγινε μέχρι σήμερα, αρχές 2014.
 Όμως, ποτέ δεν είναι αργά, και τώρα μπορεί και βέβαια πρέπει να γίνει ότι είναι απαραίτητο γιά την ανάδειξη αυτού τού θαυμάσιου μνημείου της Τριφυλίας.
 Πρώτα και κύρια επέκταση του αγροτικού δρόμου Περιστεριάς- αγροτικής περιοχής Πιτσινής Αλημακίου με απόληξή του στο γεφύρι, 200- 300 μέτρα απόσταση, στην συνέχεια αναστύλωση των στηθαίων του, που τα "πήρε' η γιγάντια κατεβασιά της παραμονής του Αϊ- Δημήτρη του 1949, αποκατάσταση των "τραυμάτων" που του προξένησαν οι διάφοροι λαθροανασκαφείς και βέβαια οι απαραίτητες ταμπέλες που να οδηγούν τον επισκέπτη στο γεφύρι. Είναι επιτακτική ανάγκη να γίνουν όσο γίνεται πιο σύντομα αυτές οι ενέργειες, γιατί μπορεί από το υγρό στοιχείο να μην κινδυνεύει πλέον, αφού το ποτάμι δεν κατεβάζει πλέον πολλά νερά, κινδυνεύει όμως από τον χρόνο.

 Η ανάδειξη τού μνημείου που βρίσκεται μέσα σ΄ένα θαυμάσιο φυσικό τοπίο και η διασύνδεσή του με την γειτονικό σπουδαίο Αρχαιολογικό χώρο της Περιστεριάς, αλλά και αρχαιολογικού χώρου του λόφου του "Ελληνικού" μερικά χιλιόμετρα στα νότια πρέπει επιτέλους να γίνει προταιρειότητα όλων μας. Είναι σίγουρο ότι η αξιοποίηση των μνημείων θα αναβαθμίσει την ξεχασμένη αυτή γωνιά της Τριφυλίας και θα αποτελέσει πόλο έλξης επισκεπτών.

  • Οι πληροφορίες για το γεφύρι του Χαζτή Σουμάνη είναι από κείμενο του Δημήτρη Π. Αθανασόπουλο (Μυραίος), Συγγραφέα- λαογράφο. 

ΠΗΓΗ: Αριστομένης ο Μεσσήνιος


Περισσότερα για τους Αρχαιολογικούς χώρους αυτής της περιοχής της Τριφυλίας μπορείτε να δείτε στους παρακάτω συνδέσμους:

Φωτογραφίες του Γεφυριού του Χατζή Σουμάνη στην Τριφυλία:



VIDEO- Παρουσίαση της γέφυρας Χατζή Σουμάνη









VIDEO Ομάδας Προστασίας και Ανάδειξης Αρχαιολογικών χώρων Τριφυλίας